σασβσγσεσησισκσμσοσπστσυσυνσφσχσω


σαγήνεια, -ας (ἡ) claridad
σαθρός, -ά, -όν deteriorado || enfermo || nocivo
σάκκος, -ου (ὁ) saco
σάκος, -ους (τό) escudo
Σαλαμίς, -ῖνος (ἡ) Salamina
σαλεύω oscilar, mecer, agitar
σάλος, -ου (ὁ) temblor
σάλπιγξ, -γγος (ἡ) trompeta
Σάμιος, -α, -ον samio (de Samos)
σανίς, -ίδος (ἡ) tabla
σαπρός, -ά, -όν podrido
Σαρδώ, -οῦς (ἡ) Cerdeña
σαρκοφάγος, -ον carnívoro
σάρξ, σαρκός (ἡ) carne
Σαρωνικός, -ή, -όν Sarónico (golfo)
σάρωτρον, -ου (τό) escoba
σατράπης, -ου (ὁ) sátrapa (gobernador de una provincia en Persia)
σατυρικός, -ή, -όν satírico
σαῦρος, -ου (ὁ) lagarto
σαυτοῦ contracto de σεαυτοῦ
σαφέστατα (adv.) muy claramente
σαφέως claramente || verdaderamente
σαφής, -ές claro, evidente || seguro, verdadero
σαφῶς seguramente
σβέννυμι apagar, extinguir, [med.] apagarse
σγάγιον, -ου (τό) víctima
σέβας τό respeto, temor religioso
σέβω venerar, adorar, respetar
Σειρῆν, Σειρῆνος (ἡ) sirena
σεισμός, -οῦ (ὁ) terremoto
σείω sacudir
σέλας, -αος (τό) brillo, luz
σέλαχος, -ους (τό) tintorera
Σέλευκος, -ου (ὁ) Seleuco
σελήνη, -ης (ἡ) luna
σέλινον, -ου (τό) perejil
σεμνός, -ή, -όν augusto, venerable
σεμνότης, -ητος (ἡ) dignidad
σηκός-οῦ, ὁ establo
σῆμα, -ατος (τό) señal
σημαίνω señalar, dar la señal o contraseña, mostrar
σημεῖον, -ου (τό) señal, signo, marca, indicación || punto
σημειόω marcar
σήμερον hoy
σηρικοδιαστής, -οῦ (ὁ) tejedor de seda
σηρικόν, -οῦ (τό) seda
σθένος, -ους (τό) fuerza, potencia, vigor
σθένω ser fuerte, tener poder
σιαίνω repugnar
σίαλον, -ου (ὁ) saliva
σῖγα silenciosamente, en silencio
σιγάω callar, estar en silencio
σιγή, -ῆς (ἡ) silencio
σιγηλός, -ή, -όν silencioso
σιδήρεος, -α, -ον de hierro
σίδηρος, -ου (ὁ) hierro || espada
σιδηρουργός, -οῦ (ὁ) herrero
σιδηροῦς, -ᾶ, -οῦν de hierro
Σικελία, -ας (ἡ) Sicilia
Σίκιννος, -ου (ὁ) Sicino
σίκυος, -ου (ὁ) calabaza, pepino
Σιληνός, -οῦ (ὁ) Sileno
Σιμωνίδης, -ου (ὁ) Simónides
σιρά, -ᾶς (ἡ) serie
σιρός, -οῦ (ὁ) granero
Σίσυφος, -ου (ὁ) Sísifo
σιτεύω alimentar
σῖτος, -ου (ὁ) trigo || comida, alimento
σιωπάω callar
σιωπή, -ῆς (ἡ) silencio
σιωπηλός, -ή, -όν silencioso
σκαιός, -ή, -όν torpe
σκαιός, -ά, -όν siniestro
σκαιότης, -ητος (ἡ) torpeza
σκαληνός, -ή, -όν cojo, impar || escaleno
σκατοδινία, -ας (ἡ) mareo
σκάφος, -ους (τό) nave, casco del barco
σκεδάννυμι dispersar
σκέδασις, -εως (ἡ) dispersión
σκέλλω secar
σκέλος, -ους (τό) pierna, pata
σκεπάζω defender, proteger
σκέπη, -ης (ἡ) resguardo
σκέπω considerar
σκευάζω preparar, equipar
σκευή, -ῆς (ἡ) traje || aparejo, enseres || armamento
σκεῦος, -ους (τό) mueble
σκέψις, -εως (ἡ) observación, investigación, examen
σκηνή, -ῆς (ἡ) cabaña || tienda, pl. campamento || escena
σκήπη, -ης (ἡ) defensa, protección
σκῆπτρον, -ου (τό) cetro, bastón
σκήπτω venir a caerse, precipitarse
σκιά, -ᾶς (ἡ) sombra
σκιάζω ensombrecer
σκιόεις, -εσσα, -εν sombrío
σκιρτάω saltar, brincar, danzar
σκιρτήμα, -ατος (τό) salto, brinco
σκληρός, -ά, -όν duro, rígido
σκληρότης, -ητος (ἡ) dureza, rigidez
σκληρόω endurecer
σκολιός, -ά, -όν torcido || sinuoso
σκοπέω examinar, considerar, observar, mirar
σκοπός, -οῦ (ὁ, ἡ) observador || vigilante || espía
σκόπτω ridiculizar
σκόροδον, -ου (τό) ajo
σκοταῖος, -ία, -ῖον oscuro, sombrío, tenebroso
σκότος, -ους (τό) tinieblas, oscuridad
σκοτόω oscurecer
Σκύθαι, -ῶν (οἱ) escitas
Σκυθία, -ας (ἡ) Escitia
Σκυθικός, -ή, -όν escita
σκυθρωπόν, οῦ (τό) ceño
σκυθρωπός, -ον sombrío, ceñudo
σκυλεύομαι ser despojado
σκυτεύς, -εως (ὁ) zapatero
σκῦτος, -ους (τό) cuero
σκυτοτομεῖον, -ου (τό) zapatería
σκύφος, -ου (ὁ) taza
σκωληκοτόκος, -ον que se reproduce por larvas
σκώληξ, -ηκος (ὁ) gusano
σκῶλος, -ου (ὁ) palo
σκῶμμα, -ατος (τό) burla
σκώπτω burlarse
σμικρός, -ά, -όν pequeño
σοβαρός, -ά, -όν impetuoso
Σόλων, -ωνος (ὁ) Solón
σός, σή, σόν tuyo
Σούνιον, -ου (τό) Sunión (cabo)
σοφία, -ας (ἡ) sabiduría
σοφίζω instruir || hacer sabio
σόφισμα, -ατος (τό) falacia, sofisma, trampa dialéctica
σοφιστής, -οῦ (ὁ) sofista || sabio
σοφιστικός, -ή, -όν sofístico, falaz, capcioso
Σοφοκλῆς, -έους (ὁ) Sófocles (trágico)
σοφός, -ή, -όν sabio || hábil, experto
σπανίος, -α, -ον raro, escaso
σπάνις, -εως (ἡ) escasez
σπαράττω arañar, desgarrar
σπαργανόω envolver en pañales
Σπάρτη, -ης (ἡ) Esparta
Σπαρτιάτης, -ου (ὁ) espartano
σπάρτος, -ου (ὁ) esparto, cordel
σπαρτός, -ή, -όν sembrado || diseminado
σπασμός, -οῦ (ὁ) convulsión
σπάω sacar fuera || med. desenvainar
σπείρω sembrar, fecundar|| diseminar, esparcir
σπένδω derramar, hacer una libación || med. pactar
σπέρμα, -ματος (τό) semilla, simiente, semen
σπεύδω ir deprisa, apresurarse
σπήλαιον, -ου (τό) cueva
σπλάγχνον, -ου (τό) entrañas
σπογγοειδής, -ές esponjoso
σπονδή, -ῆς (ἡ) libación || alianza || tregua
σπορά, -ᾶς (ἡ) siembra
Σποράδες, -ων (αἱ) Espóradas (islas)
σποράδην (adv.) separadamente
σποραδικός, -ή, -όν disperso
σπουδάζω esforzarse en
σπουδαῖος, -ία, -ῖον grave, serio || diligente, honrado
σπουδῇ (adv.) presurosamente, urgentemente
σπουδή, -ῆς (ἡ) prisa || empeño || esfuerzo
στάδιον, -ου (τό) estadio (192 mts.)
στάζω destilar, gotear
σταθερός, -ά, -όν firme, constante
σταθερότης, -ητος (ἡ) firmeza, constancia
σταθμός, -οῦ (ὁ) etapa, jornada || establo, aprisco, cuadra
στάλαγμα, -ατος (τό) gota
σταλαγμός, -οῦ (ὁ) destilación
στασιάζω luchar, sublevarse
στάσις, -εως (ἡ) disensión, revuelta, sedición || posición
στεγανός, -ή, -όν protector
στέγη, -ης (ἡ) cubierta, techo || habitación
στέγω cubrir
στείχω avanzar, recorrer, acercarse a
στέλεχος, -ους (τό) cepa
στέλλω enviar, equipar, arriar (las velas)
στέμμα, -μματος (τό) cinta || corona
στενά, -ῶν (τά) desfiladero, paso estrecho
στέναγμα, -ατος (τό) suspiro, gemido
στεναγμός, -οῦ (ὁ) gemido, suspiro
στενάζω lamentarse
στενός, -ή, -όν estrecho, pequeño || miserable
στενότης, -ητος (ἡ) estrechez
στενόω estrechar
στένω lamentar || deplorar
στέργω querer || anhelar, desear, amar
στερέος, -α, -ον sólido, duro
στερεότης, -ητος (ἡ) solidez
στερέω despojar, privar
στέρησις, -εως (ἡ) privación
στέρνον, -ου (τό) esternón, pecho
στερρός, -ά, -όν sólido, duro, fuerte
στεφανίσκος, -ου (ὁ) coronita
στέφανος, -ου (ὁ) guirnalda, corona, diadema
στεφανόω coronar
στῆθος, -ους (τό) pecho || corazón
στήλη, -ης (ἡ) columna, pilar
στίβος, -ου (ὁ) pista, huella
στίγμα, -ατος (τό) marca
στίζω picar || marcar || deshonrar
στίχος, -ου (ὁ) línea || verso
στοά, -ᾶς (ἡ) pórtico, columnata
στοιχεῖον, -ου (τό) elemento
στοῖχος, -ους (τό) fila, hilera
στολή, -ῆς (ἡ) vestido
στόλος, -ου (ὁ) marcha, expedición militar, ejército, flota, escuadra
στόμα, -ματος (τό) boca
στόμιον, -ου (τό) entrada, abertura
στοναχή, -ῆς (ἡ) gemido, suspiro
στοργή, -ῆς (ἡ) ternura
στορέννυμι extender, abatir
στρατεία, -ας (ἡ) expedición militar
στράτευμα, -ατος (τό) expedición
στρατεύω guerrear || ser soldado
στρατηγέω conducir un ejército
στρατήγημα, -ατος (τό) estratagema
στρατηγία, -ας (ἡ) estrategia
στρατηγικός, -ή, -όν estratégico, hábil para mandar
στρατηγός, -οῦ (ὁ) general || estratego
στρατιά, -ᾶς (ἡ) ejército, expedición
στρατιώτης, -ου (ὁ) soldado
στρατοπεδεία, -ας (ἡ) campamento
στρατοπεδεύω acampar
στρατόπεδον, -ου (τό) campamento
στρατός, -οῦ (ὁ) ejército || campamento
στρεβλός, -ή, -όν perverso
στρέφω dar la vuelta, girar, invertir, volverse
στριφνότης, -ητος (ἡ) acidez
στρογγύλος, -η, -ον redondo, mercante (barco)
στροφάλιγξ, -ιγγος (ἡ) torbellino
στροφή, -ῆς (ἡ) estrofa
στρόφιγξ, -ιγγος (ἡ) gozne
στρυφνός, -ή, -όν ácido
στυγέω odiar || temer
στύλος, -ου (ὁ) columna
Στύμφαλος, -ου (ἡ) Estínfalo
στυππεῖον, -ου (τό) estopa
στυφελίζω percutir || derribar || maltratar
στυφελός, -ή, -όν escarpado
σύ
συγγενής, -ές connatural || familiar, pariente
συγγίγνομαι ser inato || convivir || ayudar
συγγιγνώσκω perdonar [+acus. +dat.]
συγγνώμη, -ης (ἡ) permiso, perdón
συγγραφεύς, -εως (ἡ) escritor
συγγραφή, -ῆς (ἡ) composición || descripción || obra || documento, contrato
συγγράφω redactar, componer
συγκαλέω convocar, llamar al mismo tiempo
συγκατακλίνω acostarse juntamente
συγκατασκευάζω ayudar a proporcionar
συγκατέρχομαι volver en compañía
σύγκειμαι estar compuesto por
συγκομίζω cosechar
συγκροτέω combatir
συγκρούω entrechocar
σύγραμμα, -ατος (τό) libro
συγχαίρω felicitar
συγχέω arrasar, derribar
συγχρονισμός, οῦ (ὁ) simultaneidad
συγχωρέω aceptar, ceder
συγχώρησις, -εως (ἡ) concesión
συζεύγνυμι fundir
συζητέω investigar
συκή, -ῆς (ἡ) higuera
σῦκον, -ου (τό) higo
συκοφάντης, -ου (ὁ) delator, sicofanta
συλάω despojar, saquear, robar
συλλαμβάνω tomar juntamente, reunir, arrestar, apresar, incluir
συλλέγω reunir, juntar, coleccionar, acopiar
συλλογή, -ῆς (ἡ) colección, acopio
συλυπέομαι dar el pésame [pas.]
συμβαίνω convenir, reunir, suceder, efectuarse, ser consecuencia de, resultar, pactar
συμβάλλω juntar || echar contra otro || explicar || med. acordar || encontarse
συμβολή, -ῆς (ἡ) encuentro || choque || batalla
συμβολικός, -ή, -όν simbólico
σύμβολον, -ου (τό) señal || símbolo || contrato
συμβουλεύω aconsejar, deliberar con
σύμβουλος, -ου (ὁ, ἡ) consejero
συμμαχέω ser aliado
συμμαχία, -ας (ἡ) alianza || ejército aliado
σύμμαχος, -ον aliado, auxiliar en la guerra
συμμετρέω medir || calcular
συμμετρία, -ας (ἡ) proporción
σύμμετρος, -ον proporcionado
συμπαθέω compadecerse
σύμπας, -πασα, -παν todo || entero
συμπέμπω enviar juntamente, enviar al mismo tiempo
συμπίπτω encontrarse, chocar contra
συμπλέω navegar juntamente
συμπορεύομαι ir, viajar juntamente
συμπόσιον, -ου (τό) banquete
συμπότης, -ου (ὁ) comensal, invitado
συμπράττω colaborar
συμφέρω convenir || coincidir || consentir || suceder
σύμφημι decir que sí, asentir
συμφονία, -ας (ἡ) conformidad
συμφορά, -ᾶς (ἡ) suceso || azar || desgracia
σύμφωνος, -ον conforme
σύν (prep.) [dat.] con, con ayuda de, junto con
συναγείρω [trans] reunir, juntar; [med intrans] juntar para sí
συνάγω enlazar, relacionar, conectar, contraer, reunir, juntar
συναγωγός, -όν que une, mediador
συνακολουθέω acompañar
συναλλαγή, -ῆς (ἡ) cambio || intervención || relación || pacto
συναμόζω acoplar
συνάπτω añadir, juntar
συναρμογή, -ῆς (ἡ) acoplamiento
συναφεία, -ας (ἡ) conexión
συναφής, -ές conectado
σύνδεσμος, -ου (ὁ) ligamento, conjunción
συνδέω enlazar, abrochar
συνδρομή, -ῆς (ἡ) concurrencia
συνέδριον, -ου (τό) consejo
σύνειμι estar o vivir con, tratar con, ir juntamente, reunirse
συνείργω unir
συνέκκειμαι estar expuesto con
συνεκπίπτω empatar
συνεκτίθημι exponer juntamente
συνεξευρίσκω descubrir
συνεργέω ayudar
συνεργός, -ον ayudante, colaborador
συνέρχομαι ir junto, salir juntos, reunirse || tener trato carnal
σύνεσις, -εως (ἡ) comprensión, conocimiento, unión
συνέχεια, -ας (ἡ) continuidad
συνεχής, -ές continuo, unido
συνέχω conservar
συνέχως continuadamente
συνηθεία, -ας (ἡ) trato
συνήθης, -ες acostumbrado
σύνθεσις, -εως (ἡ) composición || arreglo
σύνθετος, -ον compuesto || convenido
συνθήκη, -ης (ἡ) acuerdo, tratado
σύνθημα, -ατος (τό) señal, santo y seña
συνίημι atender || comprender, [med.] acordar
συνίστημι componer; [med.] componerse, unir
συνίστωρ, -ορος (ὁ, ἡ) testigo
συννοέω reflexionar || comprender
σύννοια, -ας (ἡ) reflexión || conciencia || preocupación
σύννους, -ουν reflexivo
συνοδοιπορέω viajar acompañado
σύνοδος, -ου (ἡ) confluencia, reunión
σύνοιδα compartir un conocimiento || ser cómplice || ser consciente de
συνοικέω convivir || colonizar, poblar || verse afectado por || unir en matrimonio
συνοικία, -ας (ἡ) comunidad || convivencia
συνοικίζω hacer convivir, unir en matrimonio
συνοικισμός, -οῦ (ὁ) cohabitación
σύνοικος, -ον vecino, que vive con
συνοράω reconocer
συνουσία, -ας (ἡ) compañía, trato || convivencia
συνοχή, -ῆς (ἡ) estrechamiento || juntura || continuidad || conflicto || angustia
σύνοψις, -εως (ἡ) visión de conjunto
σύνταγμα, -ατος (τό) tropas en orden de batalla || constitución
σύνταξις, -εως (ἡ) disposición || ordenación || pacto || tributo || salario
συντάττω ordenar, juntar, disponer, arreglar
συντείνω dirigirse, tender, tensar
συντελεία, -ας (ἡ) perfección
συντέμνω acortar
συντηρέω conservar
συντήρησις, -εως (ἡ) conservación
συντίθημι reunir || ajustar || tramar || observar, acordar, convenir
συντομία, -ας (ἡ) brevedad, concisión
σύντομος, -ον breve, conciso
συντονία, -ας (ἡ) tensión
σύντονος, -ον tenso
συντρέφω criarse conjuntamente
συντρέχω correr juntamente, concurrir
συντρίβω cascar, romper, quebrantar || chocar
σύντροφος, -ον compañero || hermano || habitual, normal
συντυγχάνω encontrarse con
συντυχία, -ας (ἡ) incidente || avatar, circunstancia
σύνωσις, -εως (ἡ) compresión
Συρακόσιος, -α, -ον siracusano
Συρία, -ας (ἡ) Siria
σῦριγξ, -ιγγος (ἡ) caramillo
συρίζω silbar
σύρισμα, -ατος (τό) silbido
συρίττω tocar el caramillo
σύρρησις, -εως (ἡ) choque
σύς, συός (ὁ, ἡ) cerdo || jabalí
σύσκιος, -ον frondoso
συσσιτία, -ας (ἡ) comida en común
συσσίτιον, -ου (τό) comedor
σύστασις, -εως (ἡ) conjunto, disposición, entramado
συστέλλω encoger
σύστημα, -ατος (τό) conjunto
συστολή, -ῆς (ἡ) contracción
συστρατεύω marchar en expedición conjuntamente
συστροφή, -ῆς (ἡ) grupo, rebelión
συχνός, -ή, -όν abundante
σφαῖρα, -ας (ἡ) pelota || esfera
σφαιρικός, -ή, -όν esférico
σφαλερός, -ά, -όν inseguro, resbaladizo
σφάλλω caer, fallar
σφενδόνη, -ης (ἡ) honda
σφέτερος, -α, -ον suyo
Σφίγξ, -ιγγός (ἡ) Esfinge
σφόδρα (adv.)muy, mucho, fuertemente
σφοδρός, -ά, -όν violento || excesivo
σφοδρότης, -ητος (ἡ) intensidad, vehemencia
σφραγίς, -ῖδος (ἡ) anillo || sello
σφυγμός, -οῦ (ὁ) pulso
σφῦρα, -ας (ἡ) martillo
σφυρόν, -οῦ (τό) tobillo
σχεδία, -ας (ἡ) balsa
σχεδόν (adv.) casi, aproximadamente
σχέσις, -εως (ἡ) relación
σχετικός, -ή, -όν relativo
σχέτλιος, -α, -ον temerario, insolente, cruel
σχῆμα, -ματος (τό) aspecto || forma, figura || carácter
σχηματίζω fingir
σχίζω hender, partir
σχίσις, -εως (ἡ) división
σχολάζω descansar, estar ocioso
σχολαῖος, -α, -ον ocioso
σχολή, -ῆς (ἡ) descanso, ocio || tranquilidad
σῴζω salvar, conservar
Σωκράτης, -ους (ὁ) Sócrates (filósofo)
σῶμα, -ματος (τό) cuerpo
σωματοειδής, -ές material, corpóreo
σωτήρ, -ῆρος salvador
σωτηρία, -ας (ἡ) salvación
σωφρονέω ser sensato
σωφρονίζω hacer entrar en razón
σωφροσύνη, -ης (ἡ) sensatez || mesura, moderación, prudencia
σώφρων, -ον sensato, moderado, prudente, juicioso, templado