βασιλεύς, βασιλέως ὁ
MASCULINOS-FEMENINOS

Singular
Plural
Dual
Nominativo
βασιλεύς
βασιλεῖς
βασιλῆ
Vocativo
βασιλεῦ
βασιλεῖς
βασιλῆ
Acusativo
βασιλέ
βασιλέας
βασιλῆ
Genitivo
βασιλέως
βασιλέων
βασιλέοιν
Dativo
βασιλε
βασιλεῦσι(ν)
βασιλέοιν

Αἰγεύς, -έως (ὁ) Egeo
ἁλιεύς, -έως (ὁ) pescador
ἀναβολεύς, -εως (ὁ) escudero || forceps
ἀρχιερεύς, -έως (ὁ) sumo sacerdote
Ἀτρεύς, -έως (ὁ) Atreo (hijo de Pélope y padre de Agamenón y Menelao)
Ἀχιλλεύς, έως, (ὁ) Aquiles
βασιλεύς, -έως (ὁ) rey
γονεύς, -έως (ὁ) progenitor, padre
γραμματεύς, -εως (ὁ) escribano, secretario
γραφεύς, -εως (ὁ) pintor
Δωριεύς, -έως (ὁ) dorio
Ἐπιμηθεύς, -έως (ὁ) Epimeteo (hermano de Prometeo)
ἑρμηνεύς, -έως (ὁ) intérprete
Θησεύς, -έως (ὁ) Teseo
ἱερεύς, -έως (ὁ) sacerdote
ἱππεύς, -έως (ὁ) jinete, soldado de caballería
κεραμεύς, -έως (ὁ) alfarero
κουρεύς, -έως (ὁ) barbero
λογογραφεύς, -έως (ὁ) logógrafo
μηλοδροπεύς, -έως (ὁ) recolector de manzanas
νομεύς, -έως (ὁ) pastor
Ὀδυσσεύς, -έως (ὁ) Odiseo (Ulises)
ὀρεύς, -εως (ὁ) mulo
Ὀρφεύς, -έως (ὁ) Orfeo
Πειραεύς, -έως (ὁ) el Pireo (puerto de atenas)
Περσεύς, -έως (ὁ) Perseo
Προμηθεύς, -έως (ὁ) Prometeo
σκυτεύς, -εως (ὁ) zapatero
συγγραφεύς, -εως (ἡ) escritor
τοκεῦς, -έως (ὁ) padre, progenitor
φονεύς, -έως (ὁ, ἡ) asesino
Φωκαιεύς, -έως focense
Φωκεύς, -έως focense
χαλκεύς, -έως (ὁ) fundidor, herrero