ἄστυ, ἄστεως τό
NEUTROS

Singular
Plural
Dual
Nominativo
ἄστυ
ἄστη (<αστευα)
ἄστει
Vocativo
ἄστυ
ἄστη (<αστευα)
ἄστει
Acusativo
ἄστυ
ἄστη (<αστευα)
ἄστει
Genitivo
ἄστεως (<αστηιος)
ἄστεων (<αστηιων)
ἀστέ-οιν
Dativo
ἄστει (<αστηιι)
ἄστεσι(ν)
ἀστέ-οιν


ἄστυ, -εως (τό) ciudad, recinto urbano
ἥμισυ, -εως (τό) mitad